Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΓΕΙΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άγεις
verb
άγεις
—
Β΄ ενικό ενεστώτα του «άγω»: οδηγείς/φέρνεις κάποιον ή κάτι κάπου.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1379 · 29 Μαρτίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις