Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,822 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#182215 Ιουνίου 2026
?????
Η λέξη της ημέρας — Παίξτε για να αποκαλυφθεί!
#1821
σύρμα
σύρμα
ουσιαστικόΛεπτό μεταλλικό νήμα (καλώδιο) που χρησιμοποιείται για σύνδεση, στήριξη ή μεταφορά ρεύματος.
#1820
τρώτε
τρώτε
#1819
βλέπω
βλέπω
αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου
#1818
παλτό
παλτό
βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα…
#1817
μέσων
μέσων
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μέσος
#1816
ζούσα
ζούσα
ρήμαfirst-person singular imperfect of ζω (zo)
#1815
πιστά
πιστά
με πιστό τρόπο
#1814
τείχη
τείχη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τείχος
#1813
άφησα
άφησα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
#1812
τόμος
τόμος
το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, ε…
#1811
φόβος
φόβος
το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου
#1810
σώζει
σώζει
ρήμαΣώζει: διασώζει ή προστατεύει κάποιον/κάτι από κίνδυνο ή ζημιά.
#1809
είμαι
είμαι
έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα
#1808
μάγκι
μάγκι
γυναικείο όνομα
#1807
ιστού
ιστού
ιστός, στη γενική του ενικού
#1806
έπαθε
έπαθε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
#1805
νόμου
νόμου
γενική ενικού του νόμος
#1804
άφεση
άφεση
η απαλλαγή
#1803
έξοχη
έξοχη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξοχος
#1802
ηθικό
ηθικό
αιτιατική ενικού του ηθικός
#1801
ουλές
ουλές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουλή
#1800
γρίπη
γρίπη
μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Τα συνήθη συμπτώματά της είναι πυρετός, πονοκέφαλο…
#1799
άλλων
άλλων
γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του άλλος
#1798
ομάδα
ομάδα
σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι
#1797
τάρτα
τάρτα
είδος γλυκού με ζύμη και κρέμα, γαρνιρισμένο με μαρμελάδα, φρούτα ή άλλα υλικά
#1796
ράφια
ράφια
ουσιαστικόΠληθυντικός του «ράφι»: οι οριζόντιες επιφάνειες σε ντουλάπι ή τοίχο για να βάζουμε/αποθηκεύουμε πρά…
#1795
χρήση
χρήση
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ
#1794
ομάδα
ομάδα
σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι
#1793
ξανθά
ξανθά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθό