Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,912 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#191213 Σεπτεμβρίου 2026
?????
Η λέξη της ημέρας — Παίξτε για να αποκαλυφθεί!
#1911
πέστε
πέστε
β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
#1910
ρωγμή
ρωγμή
η σχισμή που έχει τη μορφή μίας ακανόνιστης γραμμής η οποία εμφανίζεται στην επιφάνεια ενός στερεού …
#1909
εαυτό
εαυτό
αιτιατική ενικού του εαυτός
#1908
έθνος
έθνος
σύνολο ατόμων που έχουν αντίληψη κοινής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτισμικής κτλ. παράδοσης, έχουν ή …
#1907
χάριν
χάριν
αιτιατική ενικού του χάρις
#1906
όχθες
όχθες
επίρρημαΧθες· την προηγούμενη μέρα από σήμερα.
#1905
λύκοι
λύκοι
ουσιαστικόΠληθυντικός του «λύκος»: άγρια σαρκοφάγα θηλαστικά, γνωστά ως λύκοι.
#1904
φάουλ
φάουλ
αντικανονική ενέργεια σε αντίπαλο παίκτη
#1903
τροπή
τροπή
η μεταβολή σε κάτι άλλο
#1902
δικών
δικών
γενική πληθυντικού του δικός
#1901
ράδιο
ράδιο
το ραδιόφωνο
#1900
έθιμα
έθιμα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έθιμο
#1899
ήχους
ήχους
αιτιατική πληθυντικού του ήχος
#1898
υλικά
υλικά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλικό
#1897
λευκά
λευκά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκό
#1896
φάσμα
φάσμα
το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγ…
#1895
κακάο
κακάο
η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
#1894
δικός
δικός
που ανήκει σε κάποιον (Χρειάζεται επεξεργασία)
#1893
σωσία
σωσία
#1892
κήπου
κήπου
γενική ενικού του κήπος
#1891
έσοδα
έσοδα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έσοδο
#1890
εσείς
εσείς
προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: αναφέρεται στους συνομιλητές
#1889
οίκτο
οίκτο
αιτιατική ενικού του οίκτος
#1888
βγάλε
βγάλε
ρήμαΠροστακτική του «βγάζω»: βγάλε κάτι έξω ή αφαίρεσέ το (π.χ. ρούχο, αντικείμενο).
#1887
νοίκι
νοίκι
το ενοίκιο
#1886
παιδί
παιδί
ουσιαστικόΝεαρό άτομο, συνήθως μικρής ηλικίας· παιδί.
#1885
ρώσος
ρώσος
αυτός που κατάγεται από τη Ρωσία και έχει ρωσική υπηκοότητα ή ιθαγένεια
#1884
όμιλο
όμιλο
αιτιατική ενικού του όμιλος
#1883
άλλου
άλλου
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του άλλος