Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,891 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#189123 Αυγούστου 2026
?????
Η λέξη της ημέρας — Παίξτε για να αποκαλυφθεί!
#1890
εσείς
εσείς
προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: αναφέρεται στους συνομιλητές
#1889
οίκτο
οίκτο
αιτιατική ενικού του οίκτος
#1888
βγάλε
βγάλε
ρήμαΠροστακτική του «βγάζω»: βγάλε κάτι έξω ή αφαίρεσέ το (π.χ. ρούχο, αντικείμενο).
#1887
νοίκι
νοίκι
το ενοίκιο
#1886
παιδί
παιδί
ουσιαστικόΝεαρό άτομο, συνήθως μικρής ηλικίας· παιδί.
#1885
ρώσος
ρώσος
αυτός που κατάγεται από τη Ρωσία και έχει ρωσική υπηκοότητα ή ιθαγένεια
#1884
όμιλο
όμιλο
αιτιατική ενικού του όμιλος
#1883
άλλου
άλλου
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του άλλος
#1882
έπαθε
έπαθε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
#1881
μάγοι
μάγοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάγος
#1880
χρυσή
χρυσή
επίθετοΘηλυκό του «χρυσός»: που είναι από χρυσό ή έχει χρυσαφί χρώμα.
#1879
πιστό
πιστό
αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πιστός
#1878
ποινή
ποινή
τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησ…
#1877
βάθος
βάθος
η διάσταση μιας κοιλότητας από το πάνω στόμιό της προς τα κάτω
#1876
ρούμι
ρούμι
οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται από απόσταξη μελάσας
#1875
πετάς
πετάς
ρήμαΡήμα: (εσύ) πετάς = ρίχνεις/εκτοξεύεις κάτι ή κινείσαι στον αέρα σαν να πετάς.
#1874
λεφτά
λεφτά
τα χρήματα
#1873
τέλει
τέλει
Σημαίνει «τέλεια/μια χαρά», ως επιφώνημα ή απάντηση ότι κάτι είναι πολύ καλό.
#1872
ζέστη
ζέστη
σχετικά υψηλή θερμοκρασία
#1871
στολή
στολή
το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμω…
#1870
κακοί
κακοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακός
#1869
κοιτώ
κοιτώ
ρήμαΚοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου προς κάτι.
#1868
τρέλα
τρέλα
παθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου
#1867
βλάβη
βλάβη
ουσιαστικόΖημιά ή βλάβη σε κάτι, δηλαδή φθορά ή δυσλειτουργία που το κάνει να μην δουλεύει σωστά.
#1866
κρύος
κρύος
που έχει χαμηλή, σε σχέση με το ανθρώπινο σώμα, θερμοκρασία
#1865
πολλή
πολλή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύς
#1864
τοπίο
τοπίο
ουσιαστικόΗ εικόνα ενός τόπου, όπως φαίνεται στη φύση ή σε μια φωτογραφία/ζωγραφιά.
#1863
ματιά
ματιά
το βλέμμα
#1862
χάρις
χάρις
η θεία Χάρις