WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άγιων

adjective

άγιωνΓενική πληθυντικού του «άγιος»: των αγίων, δηλ. των ιερών/αγιοποιημένων προσώπων.

Daily Puzzle #312 · 27 Απριλίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα