Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΓΙΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άγιων
adjective
άγιων
—
Γενική πληθυντικού του «άγιος»: των αγίων, δηλ. των ιερών/αγιοποιημένων προσώπων.
Λεξικό
/ˈa.ʝi.on/, /ˈa.ʝon/
adj
feminine, form-of, genitive, masculine, neuter
genitive masculine/feminine/neuter plural of άγιος (ágios)
Τύποι
ágion
(romanization)
·
αγίων
(alternative)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#312 · 27 Απριλίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις