WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άδειά

5 letters·Ελληνικά
noun

άδειά—Η άδεια είναι η επίσημη έγκριση ή το δικαίωμα να κάνεις κάτι (π.χ. άδεια από τη δουλειά).

Duotrigordle Πλέγμα 20 #157 · 14 Σεπτεμβρίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 5 #143 · 31 Αυγούστου 2026
Sedecordle Πλέγμα 16 #110 · 29 Ιουλίου 2026
Octordle Πλέγμα 5 #98 · 17 Ιουλίου 2026
Daily Puzzle #822 · 19 Σεπτεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα