Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΔΟΞΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άδοξα
adverb
άδοξα
—
Χωρίς δόξα ή τιμή, με τρόπο που δεν προκαλεί θαυμασμό ή αναγνώριση.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
άδοξα < άδοξος
adv
χωρίς δόξα, χωρίς να έχει επιτευχθεί κάτι σπουδαίο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#128 · 25 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
gloire
French