Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΘΕΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άθεων
άθεων
—
γενική πληθυντικού του άθεος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του άθεος
genitive, plural
γενική πληθυντικού του άθεη
genitive, plural
γενική πληθυντικού του άθεο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1256 · 26 Νοεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις