Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΘΟΛΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άθολο
άθολο
—
αιτιατική ενικού του άθολος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άθολος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άθολος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1585 · 21 Οκτωβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις