WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άκατο

5 letters·Ελληνικά
noun

άκατο—Μικρή βάρκα ή λέμβος, συνήθως χωρίς κατάστρωμα.

Daily Puzzle #114 · 11 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα