Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΚΑΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άκατο
noun
άκατο
—
Μικρή βάρκα ή λέμβος, συνήθως χωρίς κατάστρωμα.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#114 · 11 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις