WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άλεθε

verb

άλεθεΠροστακτική του «αλέθω»: άλεσε/άλεθε κάτι, δηλ. κάνε το σκόνη ή αλεύρι με άλεσμα.

Daily Puzzle #1387 · 6 Απριλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα