WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άλλον

adjective

άλλονΑιτιατική ενικού του «άλλος»: «άλλον» = κάποιον διαφορετικό/άλλον άνθρωπο ή πράγμα.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 30 #86 · 5 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 7 #78 · 27 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 29 #71 · 20 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 5 #58 · 7 Ιουνίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 9 #39 · 19 Μαΐου 2026
Sedecordle Πλέγμα 7 #8 · 18 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #882 · 18 Νοεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα