WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άλλον

επίθετο

άλλονΑιτιατική ενικού του «άλλος»: «άλλον» = κάποιον διαφορετικό/άλλον άνθρωπο ή πράγμα.

Wiktionary →
Sedecordle Board 7 #8 · 18 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #882 · 18 Νοεμβρίου 2023
·Archive
No comments yet