Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άλλον
επίθετο
άλλον
—
Αιτιατική ενικού του «άλλος»: «άλλον» = κάποιον διαφορετικό/άλλον άνθρωπο ή πράγμα.
Wiktionary →
Dictionary
ˈa.lon
adj
αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άλλος
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Sedecordle
Board 7
#8 · 18 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#882 · 18 Νοεμβρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment