Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άλογα
άλογα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
Wiktionary →
Dictionary
ˈa.lo.ɣa
Origin
άλογα < άλογ(ος) + -α
adv
χωρίς λογική, χωρίς την επέμβαση του νου, με άλογο τρόπο
noun
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άλογο) του άλογος
Forms
άλογα
(neuter)
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Octordle
Board 2
#17 · 27 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#329 · 14 Μαΐου 2022
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
This word in other languages
1
alogiquement
French