Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΛΟΓΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άλογα
άλογα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈa.lo.ɣa
Ετυμολογία
άλογα < άλογ(ος) + -α
adv
χωρίς λογική, χωρίς την επέμβαση του νου, με άλογο τρόπο
noun
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άλογο) του άλογος
Τύποι
άλογα
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 13
#77 · 26 Ιουνίου 2026
Octordle
Πλέγμα 2
#17 · 27 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#329 · 14 Μαΐου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
alogiquement
French