A word examined

άλσος

5 letters·Ελληνικά

άλσοςμικρό δάσος, αυτοφυές, που βρίσκεται μέσα στα όρια κατοικημένης περιοχής

Βικιλεξικό →
Sedecordle Πλέγμα 10 #115 · 3 Αυγούστου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 29 #89 · 8 Ιουλίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα