Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΛΩΣΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άλωσα
verb
άλωσα
—
«άλωσα» είναι ο αόριστος του «αλώνω»: αλώνισα, δηλ. χώρισα το σιτάρι/καρπό από το άχυρο.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#593 · 2 Φεβρουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις