WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άλωση

noun

άλωσηη κατάληψη μιας πόλης ή οχυρού, συνήθως μετά από πολιορκία ή επίθεση.

Βικιλεξικό →
Octordle Πλέγμα 4 #100 · 19 Ιουλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 30 #90 · 9 Ιουλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 22 #87 · 6 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 6 #57 · 6 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 2 #45 · 25 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 23 #32 · 12 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #1658 · 2 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα