Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΜΑΘΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άμαθο
άμαθο
—
αιτιατική ενικού του άμαθος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άμαθος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άμαθος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#282 · 28 Μαρτίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις