WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άμαχα

adverb

άμαχαΆμαχα: χωρίς μάχη ή αντίσταση· ειρηνικά, χωρίς σύγκρουση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1 · 20 Ιουνίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα