Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΜΕΣΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άμεσα
άμεσα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμεσος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
άμεσα < άμεσος + -α
adv
χωρίς να μεσολαβεί, να παρεμβάλλεται κάτι άλλο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμεσος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 8
#91 · 10 Ιουλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 14
#64 · 13 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle
#1808 · 1 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 30
#22 · 2 Μαΐου 2026
Octordle
Πλέγμα 7
#10 · 20 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
3
directly
English
directement
French
imediat
Romanian