ˈa.mos
Ετυμολογίαάμμος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄμμος < αρχαία ελληνική ἄμμος (ή ἄμαθος, συνώνυμα: ψάμμος και ψάμαθος)
- πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
“Τα παιδάκια έπαιζαν με τα κουβαδάκια τους στην παραλία φτιάχνοντας πύργους με άμμο.”
“Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια.”
“Η άμμος χρησιμοποιείται και ως οικοδομικό υλικό.”
- αμμώδες έδαφος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιάμμος(singular, nominative) · άμμοι(nominative, plural) · άμμου(genitive, singular) · άμμων(genitive, plural) · άμμο(accusative, singular) · άμμους(accusative, plural) · άμμε(singular, vocative) · άμμο(singular, vocative, rare) · άμμοι(vocative, plural) · άμμος(feminine) · Άμμος(masculine, feminine) · Ammos(transliteration, Latin)