Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΜΩΜΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άμωμο
άμωμο
—
αιτιατική ενικού του άμωμος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άμωμος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άμωμος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1266 · 6 Δεκεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις