“※ Όταν γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα πίστευε πως τα εισοδήματα από τα ακίνητα που είχε αγοράσει θα του φτάνανε να ζήσει άνετα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, 1976 [μυθιστόρημα])”
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άνετος