Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΝΟΜΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άνομο
άνομο
—
αιτιατική ενικού του άνομος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άνομος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άνομος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1169 · 31 Αυγούστου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις