WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άπτει

verb

άπτειΑνάβει ή βάζει φωτιά σε κάτι· (επίσης) αγγίζει/εφάπτεται.

Daily Puzzle #1279 · 19 Δεκεμβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα