ˈaɾ.ɣos
ΕτυμολογίαΆργος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ἄργος < ἀργός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂erǵ- (λευκός, αργυρός)
- πόλη στην Αργολίδα
- ο μυθικός ιδρυτής της πόλης του Άργους
- μυθικός γίγαντας, ο Πανόπτης με εκατό μάτια
- ο σκύλος του Οδυσσέα
ΤύποιΆργος(neuter) · Άργος(singular, nominative) · Άργους(genitive, singular) · Άργος(accusative, singular) · Άργος(singular, vocative) · Άργου(genitive, singular) · Άργο(accusative, singular) · Άργε(singular, vocative)
Πηγή: Βικιλεξικό