ˈaɾ.θɾo
Ετυμολογίαάρθρο < αρχαία ελληνική ἄρθρον < από το θέμα αρ- του αραρίσκω (εφαρμόζω, συνάπτω) + -θρον
- μέρος ενός συνόλου, το οποίο προσαρτάται, συνάπτεται σε κάτι μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωρίς όμως να αποτελεί απλό εξάρτημα αλλά βασικό τμήμα του
- μέρος το λόγου, με τρία γένη, κλιτό, που μπαίνει μπροστά από τα ονόματα: το, η, ο, ένας, μία κλπ.
“Η αραβική γλώσσα δεν έχει αόριστο άρθρο.”
- τμήμα/διάταξη ενός νόμου, βασικό στοιχείο ενός θρησκευτικού δόγματος, όρος ή τμήμα ενός καταστατικού, ιδιωτικού συμφωνητικού
“Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ᾿ άρθρον και επί του συνόλου.”
“Τα άρθρα της πίστεως.”
- μέρος του σώματος ανθρώπου ή εντόμου, το τμήμα μεταξύ δύο αρθρώσεων
“※ Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχ”
- κείμενο σε εφημερίδα που περιέχει κριτική και προσωπικές θέσεις, σε αντιδιαστολή προς το ρεπορτάζ που κανονικά αποτελεί απλή αναφορά γεγονότων και δεν περιλαμβάνει κρίσεις
“Στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα πήρε θέση τελικά υπέρ του τάδε υποψηφίου.”
Τύποιάρθρο(singular, nominative) · άρθρα(nominative, plural) · άρθρου(genitive, singular) · άρθρων(genitive, plural) · άρθρο(accusative, singular) · άρθρα(accusative, plural) · άρθρο(singular, vocative) · άρθρα(vocative, plural) · άρθρο(neuter)