WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άρχον

noun

άρχονΟ άρχοντας, πρόσωπο με εξουσία ή υψηλή κοινωνική θέση.

Daily Puzzle #134 · 31 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα