ˈa.ɾo.ma
Ετυμολογίαάρωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄρωμα
- η ευχάριστη μυρωδιά
- παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό
“※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης”
Τύποιάρωμα(singular, nominative) · αρώματα(nominative, plural) · αρώματος(genitive, singular) · αρωμάτων(genitive, plural) · άρωμα(accusative, singular) · αρώματα(accusative, plural) · άρωμα(singular, vocative) · αρώματα(vocative, plural) · άρωμα(neuter)