Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΣΕΒΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άσεβο
adjective
άσεβο
—
Αυτός που δεν σέβεται τα ιερά ή τους άλλους· αναιδής, ασέβης.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άσεβος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άσεβος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#670 · 20 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις