WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άσεβο

επίθετο

άσεβοΑυτός που δεν σέβεται τα ιερά ή τους άλλους· αναιδής, ασέβης.

Wiktionary →
Daily Puzzle #670 · 20 Απριλίου 2023
·Archive
No comments yet