WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άσθμα

ουσιαστικό

άσθμαΧρόνια πάθηση των αεραγωγών που προκαλεί δύσπνοια, συριγμό και βήχα.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1070 · 24 Μαΐου 2024
·Archive
No comments yet