Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΣΠΡΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άσπρα
άσπρα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπρος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 10
#103 · 22 Ιουλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 28
#102 · 21 Ιουλίου 2026
Octordle
Πλέγμα 4
#91 · 10 Ιουλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 11
#24 · 4 Μαΐου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 5
#7 · 17 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#799 · 27 Αυγούστου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις