Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΣΠΡΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άσπρε
άσπρε
—
κλητική ενικού του άσπρος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Άσπρε < → λείπει η ετυμολογία
adj
singular, vocative
κλητική ενικού του άσπρος
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
Άσπρε
(masculine, feminine)
·
Aspre
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1164 · 26 Αυγούστου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις