Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΣΩΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άσωτο
άσωτο
—
αιτιατική ενικού του άσωτος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άσωτος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άσωτος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#533 · 4 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις