ˈa.to.mo
Ετυμολογίαάτομο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄτομον, ουδέτερο του επιθέτου ἄτομος < ἀ- στερητικό + τέμνω (αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί)
:* για τον μεμονωμένο άνθρωπο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική individu
:* για τον όρο της χημείας > λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική atome
- ένας μεμονωμένος άνθρωπος, ένα πρόσωπο
“οι συνέπειες ενός φαινομένου για το άτομο και την κοινωνία”
- η ελάχιστη μονάδα ενός χημικού στοιχείου
“το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου”
Τύποιάτομο(singular, nominative) · άτομα(nominative, plural) · ατόμου(genitive, singular) · ατόμων(genitive, plural) · άτομο(accusative, singular) · άτομα(accusative, plural) · άτομο(singular, vocative) · άτομα(vocative, plural) · άτομο(neuter)