Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΤΥΠΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άτυπο
άτυπο
—
αιτιατική ενικού του άτυπος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άτυπος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άτυπος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1453 · 11 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις