WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άτυχη

επίθετο

άτυχηΓυναίκα που δεν έχει τύχη ή της συμβαίνουν άσχημα πράγματα· άτυχη.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1320 · 29 Ιανουαρίου 2025
·Archive
No comments yet