WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άφορα

verb

άφορα«Άφορα» = «αφορά»· σχετίζεται με, έχει σχέση με κάτι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #61 · 19 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα