Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΦΟΡΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άφορο
άφορο
—
αιτιατική ενικού του άφορος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άφορος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άφορος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#324 · 9 Μαΐου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις