ˈa.çi.ɾo
Ετυμολογίαάχυρο < μεσαιωνική ελληνική ἄχυρο < αρχαία ελληνική ἄχυρον < αρχαία ελληνική ἄχνη (η φλούδα του σιταριού)
- το αποξηραμένο στέλεχος των σιτηρών μετά το αλώνισμα
- μικρά κομμάτια από άχυρο που χρησιμοποιούνται ως τροφή μεγάλων ζώων
- figurativelyαυτό που θυμίζει άχυρο στη γεύση ή στο χρώμα, το άνοστο
Τύποιάχυρο(singular, nominative) · άχυρα(nominative, plural) · άχυρου(genitive, singular) · άχυρων(genitive, plural) · άχυρο(accusative, singular) · άχυρα(accusative, plural) · άχυρο(singular, vocative) · άχυρα(vocative, plural) · άχυρο(neuter)