WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

άψογε

adjective

άψογεΆψογε: άψογος, χωρίς κανένα λάθος ή ψεγάδι· τέλειος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1371 · 21 Μαρτίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα