WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έβαζα

verb

έβαζαΠαρατατικός του «βάζω»: τοποθετούσα ή έβαζα κάτι κάπου (π.χ. έβαζα το βιβλίο στο ράφι).

Daily Puzzle #821 · 18 Σεπτεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα