Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΔΕΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έδενε
έδενε
—
γ' ενικό οριστικής παρατατικού (έδενα) του ρήματος δένω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈe.ðe.ne
verb
γ' ενικό οριστικής παρατατικού (έδενα) του ρήματος δένω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1302 · 11 Ιανουαρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις