Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΔΙΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έδινε
verb
έδινε
—
Παρατατικός του «δίνω»: έδινε κάτι σε κάποιον, το προσέφερε ή το παρέδιδε.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#645 · 26 Μαρτίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις