WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έδυαν

verb

έδυανΠαρατατικός του «δύω»: έμπαιναν/βυθίζονταν (π.χ. ο ήλιος έδυε).

Daily Puzzle #32 · 21 Ιουλίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα