Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΖΗΣΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έζησα
verb
έζησα
—
Αόριστος του «ζω»: έζησα = πέρασα μια περίοδο ζωής ή βίωσα κάτι.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1422 · 11 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις