WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έζησα

ρήμα

έζησαΑόριστος του «ζω»: έζησα = πέρασα μια περίοδο ζωής ή βίωσα κάτι.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1422 · 11 Μαΐου 2025
·Archive
No comments yet