Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΘΕΤΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έθετε
verb
έθετε
—
Παρατατικός του «θέτω»: έβαζε/τοποθετούσε ή έθετε κάτι (π.χ. θέμα, όρο) σε συζήτηση.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1043 · 27 Απριλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις