ˈe.θnos
Ετυμολογίαέθνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔθνος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nation
- σύνολο ατόμων που έχουν αντίληψη κοινής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτισμικής κτλ. παράδοσης, έχουν ή διεκδικούν αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και κατοικούν σε καθορισμένη εδαφική έκταση
Τύποιέθνος(singular, nominative) · έθνη(nominative, plural) · έθνους(genitive, singular) · εθνών(genitive, plural) · έθνος(accusative, singular) · έθνη(accusative, plural) · έθνος(singular, vocative) · έθνη(vocative, plural) · έθνος(neuter)