Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έκανα
ρήμα
έκανα
—
Παρελθοντικός τύπος του «κάνω»: έφτιαξα, πραγματοποίησα ή έκανα κάτι.
Wiktionary →
Dictionary
ˈe.ka.na
verb
α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος κάνω
“εναλλακτική μορφή: έκαμνα (σπάνιο)”
“και δείτε, αρχαία ελληνικά: ἔκαμνον”
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάνω
“εναλλακτική μορφή: έκαμα”
“και δείτε, αρχαία ελληνικά: ἔκαμον”
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#905 · 11 Δεκεμβρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment