WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έκανα

verb

έκαναΠαρελθοντικός τύπος του «κάνω»: έφτιαξα, πραγματοποίησα ή έκανα κάτι.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 26 #86 · 5 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 16 #53 · 2 Ιουνίου 2026
Quordle Πλέγμα 4 #24 · 4 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #905 · 11 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα