Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΚΑΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έκανα
verb
έκανα
—
Παρελθοντικός τύπος του «κάνω»: έφτιαξα, πραγματοποίησα ή έκανα κάτι.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈe.ka.na
verb
α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος κάνω
“εναλλακτική μορφή: έκαμνα (σπάνιο)”
“και δείτε, αρχαία ελληνικά: ἔκαμνον”
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάνω
“εναλλακτική μορφή: έκαμα”
“και δείτε, αρχαία ελληνικά: ἔκαμον”
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 26
#86 · 5 Ιουλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 16
#53 · 2 Ιουνίου 2026
Quordle
Πλέγμα 4
#24 · 4 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#905 · 11 Δεκεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις