Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΚΑΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έκανε
verb
έκανε
—
Παρελθοντικός τύπος του «κάνω»: πραγματοποίησε ή έφτιαξε κάτι.
Λεξικό
verb
form-of, imperfect, singular, third-person
third-person singular imperfect of κάνω (káno)
form-of, past, singular, third-person
third-person singular simple past of κάνω (káno)
Τύποι
ékane
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#744 · 3 Ιουλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις