WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έκοβα

ρήμα

έκοβαΠαρατατικός του «κόβω»: έκοβα κάτι, δηλ. το έκοβα/έκοβα κομμάτια (συνήθως επαναλαμβανόμενα ή για κάποιο διάστημα).

Daily Puzzle #573 · 13 Ιανουαρίου 2023
·Archive
No comments yet