Ετυμολογίαέλεος < αρχαία ελληνική ἔλεος (αρσενικό)
- η λύπηση, η συμπόνια για κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή κατάσταση
- η προσφορά προς κάποιον, που είναι αποτέλεσμα της αγάπης και της συμπόνιας για αυτόν
- χρησιμοποιείται με την έννοια του "ζητώ/δώστε μου/δείξτε έλεος", όταν κάποιος θέλει να εκφράσει την αγανάκτηση του με κάτι ή ότι δεν αντέχει την κατάσταση της συγκεκριμένης στιγμής ζητώντας μια μικρή αλλαγή προς το καλό
Τύποιέλεος(singular, nominative) · ελέη(nominative, plural) · ελέους(genitive, singular) · ελεών(genitive, plural) · έλεος(accusative, singular) · ελέη(accusative, plural) · έλεος(singular, vocative) · ελέη(vocative, plural) · έλεος(neuter)