ˈe.li.ka
Originέλικα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλιξ από την αιτιατική ενικού «τὴν ἕλικα»
:* για τη γεωμτερία < η σημασία, στην ελληνιστική κοινή
:* για τον έλικα σκάφους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική hélice < λατινική helix < αρχαία ελληνική ἕλιξ → και δείτε το αρσενικό έλικας
- η γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή
- απόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος
- μορφή θηλυκού για το αρσενικό έλικας
- ελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο
- όργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση
- accusative, singularαιτιατική ενικού του έλικας
Formsέλικα(feminine) · έλικα(masculine)